Παλιά παιχνίδια.
Οι άνθρωποι αναφορικά πάντα με τα παιχνίδια παραμένουμε ίδιοι. Οι μεγάλοι παίζουμε για να ξεφύγουμε από τη μοναξιά μας, να αποδράσουμε από την κουραστική πραγματικότητα, να ψυχαγωγηθούμε, να νιώσουμε, όπως λέει ο Σίλερ, πλήρεις και ελεύθεροι. Ονομασίες όπως «παιχνίδια» του Φίλωνος, «παιχνίδια» του Ήρωνος, (δεν ήταν παιχνίδια αλλά αυτόματοι μηχανισμοί υψηλής αισθητικής), κοινές εκφράσεις, που δεν σχετίζονται με το παιχνίδι όπως, «παίζει άσχημα παιχνίδια», «μα τώρα παίζουμε», «παίζουμε στο χρηματιστήριο» υποδηλώνουν πόσο εδραιωμένη είναι η έννοια ή η ανάγκη του παιχνιδιού μέσα μας.
Και είναι ολοφάνερο, πως τα παιδιά νιώθουν πιο έντονη και επιτακτική την ανάγκη αυτή. Από τη νηπιακή τους ηλικία αλλά και στα μετέπειτα στάδια παίζουν σχεδόν ασταμάτητα. Τα παιχνίδια, είναι αρχικώς εφευρήματα των ίδιων των παιδιών «εκ της ενστίκτου ορμής αυτών προς ενασχόληση και μίμηση» Παιδί και παιχνίδι, λένε οι ειδικοί, είναι αλληλένδετα. Η γλώσσα μας αποδίδει με επιτυχία αυτό το δέσιμο, από την ίδια ρίζα παράγει τις λέξεις παιδί, παιδιά(ή), παιχνίδι.
Κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, παιδαγωγοί είδαν το παιχνίδι ως αποφασιστικό παράγοντα για την εξέλιξή του παιδιού, αφού το παιχνίδι είναι για το παιδί αυτοσκοπός, το ευχαριστεί, το ψυχαγωγεί και συγχρόνως έχει και βιολογικό σκοπό. Ως στοιχείο απαραίτητο για τη σωματική, την πνευματική και τη συναισθηματική του ανάπτυξη, μας πληροφορούν και οι αρχαίοι μας φιλόσοφοι Πλάτων και Αριστοτέλης.
Το παιχνίδι ξεκινά ως αυτόνομη και αυθόρμητη ενέργεια του παιδιού, υποβοηθείται στη συνέχεια από τους μεγαλύτερους, δέχεται τις επιδράσεις των γύρω. Περνώντας ο καιρός, ανάλογα με την έμπνευση της στιγμής και με την επιβολή που ασκούν μερικά άτομα στην ομάδα, επικρατούν ορισμένοι τύποι και μορφές παιχνιδιών. Τα παιχνίδια υπεισέρχονται στην καθημερινότητά μας, είναι παρόντα σε όλες τις εκφάνσεις του βίου μας. Έτσι μερικά από αυτά απηχούν αντιλήψεις και απόψεις ακόμη και για την ύπαρξη του ανθρώπου, όπως τα πανανθρώπινα παιχνίδια. Άλλα έχουν τις ρίζες τους σε θρησκευτικές τελετές, σε γιορτές μνήμης ενώ μερικά αθύρματα ήταν στην αρχή λατρευτικά αντικείμενα ή φυλαχτά. Τα παιχνίδια εξελίσσονται, παρακολουθώντας την εξέλιξή μας (σε πρωτόγονες κοινωνίες δεν βρέθηκαν πνευματικά παιχνίδια), ασκούν και αυτά επίδραση στα άτομα, διαδίδονται, παραλλάζουν, μερικά ξεχνιούνται, γεννιούνται καινούργια, περνούν από γενιά σε γενιά και χαρακτηρίζουν ένα άτομο, μια κοινωνία, ένα λαό.
Η αρχαία ελληνική κοινωνία ήταν κυριολεκτικά και μεταφορικά μια κοινωνία παιδιάς. Θέσπιζε νόμους και κανόνες για τις παιδιές και χρησιμοποιούσε το παιχνίδι ως μέσο αγωγής και προετοιμασίας των νέων, ώστε να ενταχθούν στην κοινωνία και να γίνουν καλοί πολίτες και τα κατάφερνε. Από το παιχνίδι ως ψυχαγωγία, περνούσε στο παιχνίδι άμιλλας, ως αθλητισμό και από αυτό στην παιδεία, ως πνευματική καταξίωση.
Τα περισσότερα ελληνικά παιχνίδια είναι γηγενή, έχουν εξακριβωμένη εθνική ταυτότητα. Είναι πάρα πολλά, είναι όμορφα, διασκεδαστικά, έχουν φαντασία και διακρίνονται για την πολυπλοκότητά τους και την ποικιλότητά τους. Ορισμένα επιτραπέζια μεταδόθηκαν από την Αίγυπτο, τους Σουμέριους ή τους Βαβυλώνιους, εξελίχθηκαν όμως από τον ελληνικό λαό, καθιερώθηκαν και επιβλήθηκαν ως ελληνικά επινοήματα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει, ότι οι Λυδοί ισχυρίζονταν πως τα νομίσματα και όλα τα παιχνίδια με σφαίρα, αστραγάλους, κύβους,( εκτός από αυτά με τους πεσσούς), είναι δικά τους. Ο Αθήναιος στο έργο του «Δειπνοσοφιστές» αντικρούει τον ισχυρισμό τους, με το σκεπτικό ότι ο Όμηρος αναφέρει την παρουσία αυτών των παιχνιδιών, ως στοιχείο της ηρωικής περιόδου.
Ο Παλαμήδης, γιος του Ναυπλίου και της Ησιόνης, ήρωας του τρωικού πολέμου ήταν, εμπνευστής πολλών παιχνιδιών. (βρέθηκε απεικόνισή του σε ένα ζάρι του 7 π. Χ. αιώνα). Ήταν ένα προικισμένο άτομο, γιατρός, αστρονόμος, εποποιός. (τα έπη του καταστράφηκαν από τους απογόνους του Αγαμέμνονα). Αναφορά στα επιτεύγματά του (μουσική, νομίσματα, πολεμική τακτική, γραφή, βάρη και σταθμά, κύβοι, πεσσοί…) κάνουν: ο σοφιστής Γοργίας με το έργο του «Απολογία του Παλαμήδη», ο μαθητής του Αλκιδάμας στο έργο του «Οδυσσέας», ο Πλάτων στην «Απολογία» του και οι τραγικοί μας Αισχύλος Σοφοκλής, Ευρυπίδης (σε ομώνυμη τραγωδία). Είχε τραγικό τέλος. Τον λιθοβόλησαν οι Έλληνες (υποκινούμενοι από τον Οδυσσέα) έξω από τα τείχη της Τροίας.
Τα παλιά παιχνίδια των Ικλαιναίων είναι παιχνίδια της παιδικής τους ηλικίας, μιας περιόδου σπουδαίας και θεμελιακής, που δρα και ως κιβωτός των παιχνιδιών. Να δούμε, λοιπόν, τι περιέχει η κιβωτός μας, αφού προηγουμένως «ξετρυπώσουμε» το παιδάκι που κρύβει ο καθένας μέσα του. Να δανειστούμε τη ματιά του, να νιώσουμε όπως αυτό και μαζί του να περιδιαβούμε στο θαυμαστό κόσμο των παιχνιδιών. Και να τα παιχνίδια μας ζωντανά στη μνήμη μας ένα - ένα. Εύκολη τώρα η καταγραφή τους; Ονομασία του κάθε παιχνιδιού, πώς παίζονταν, τα προκαταρτικά σε κάποια παιχνίδια (λάχνισμα για το ποιος θα παίξει πρώτος, κανόνες, διασκεδαστικές τιμωρίες για τους ηττημένους...), τις στιχομυθίες (ακαταλαβίστικα λόγια μερικές φορές), κάποια πράγματα απαραίτητα σε μερικά παιχνίδια (ξύλα, αμάδες, τενεκεδένια κουτάκια…). Αλλά και τα αθύρματα (κούκλες, πάνινα ζωάκια, καροτσάκια, μπάλες…). Θα έχουμε έτσι μια συλλογή των παιχνιδιών της Ίκλαινας. Όσοι έχουν τη διάθεση και το χρόνο για ψάξιμο, μπορούν να εμπλουτίσουν τη συλλογή και με άλλες πληροφορίες: παραλλαγή, άλλη ονομασία, απλή αναφορά ή και περιγραφή σε αρχαία ή και νεότερα κείμενα, καλλιτεχνική απεικόνιση, αναφορά σε αρχαιολογικά ευρήματα παιχνίδια. Συνδυάζοντας όλα αυτά ίσως βρούμε και πόσο παλιά είναι τα παιχνίδια μας. Ίσως μερικά να παίζονταν στην αρχαιότητα, να πέρασαν στη ρωμαϊκή εποχή, μετά στο βυζάντιο, να άντεξαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας, στους πολέμους και σε όλα τα δεινά της φυλής μας και να έφτασαν ως τις μέρες μας.
Όπως κι αν έφτασαν, είναι κληρονομιά μας, ένα μέρος από το πλήθος των ελληνικών παιχνιδιών που παίχθηκαν κατά καιρούς. Μαζί με τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τις δοξασίες είναι και τα ταπεινά παιχνίδια στοιχεία πολιτισμικά. Καταγράφουν τη συνέχεια των Ελλήνων, την αδιάσπαστη παρουσία τους στο χρόνο από την Ομηρική εποχή, που έχουμε και τις πρώτες γραπτές πληροφορίες και μαθαίνουμε ότι πολλά από αυτά διατηρούνται αναλλοίωτα, ως σήμερα.
Μαρία Αντωνίου